Ένα παράθυρο στη γνώση

Οι Καρυάτιδες του Henri Cartier Bresson

1953: Οδός Αγ. Ασωμάτων 45, ένα μικρό λαϊκό νεοκλασικό που μέσα από το φακό του Μπρεσόν, στο πέρασμά του από την πρωτεύουσα, πριν ακόμα γίνει διάσημος, αλλά και από τη ζωγραφική του Τσαρούχη, κέρδισε μια θέση στην αιωνιότητα.

Προβλέποντας ένα δευτερόλεπτο πριν συμβεί, το πέρασμα αυτών των σύγχρονων Ελληνίδων κάτω από αυτές που είναι στην κυριολεξία, οι θρυλικές τους ξαδέρφες και η σύνθεση προκύπτει από την ικανότητα του φωτογράφου να αντιλαμβάνεται ότι η ευκαιρία πρόκειται να εξαφανιστεί, σε μία στιγμή, έτσι ώστε να πετύχει το νόημα και γρήγορα, αλλά και με μεγάλη απλότητα και πληρότητα, λέγοντας “ναι”, και δίνοντας τη συγκατάθεσή του.

Ο δημιουργός αυτής της θαυμάσιας νέας εικόνας είτε με τη συνήθη διαύγεια και συνοπτικότητα που τον διακρίνει: “να φωτογραφίζεις στην ίδια στιγμή και σε κλάσμα του δευτερολέπτου, να αναγνωρίζεις ένα γεγονός, και να οργανώνεις αυστηρά τις οπτικά αντιλαμβανόμενες μορφές, που εκφράζουν και φανερώνουν αυτό το γεγονός.. να τοποθετείς, μυαλό, καρδιά και μάτι, κατά μήκους της ίδιας οπτικής ακτίνας”.

Απόσπασμα από πρόλογο στο βιβλίο  Η.C.BRESSON των εκδόσεων ΤΗΑΜΕS ΑΝD HUDSON απόδοση στα ελληνικά Δήμητρα Μήτκα.

από το βιβλίο του Δημοσθένη Κούρτοβικ “Τετέλεσται”

Κάθε συμβολική φωτογραφία, κάθε φωτογραφία που έγινε για να προβάλει μια ιδέα, είναι ουσιαστικά προπαγανδιστική. Δεν χρειάζεται να είναι στημένη. Αρκεί να μην αφήνει χώρο για ό, τι φαίνεται τυχαίο, παράταιρο, ασήμαντο, χωρίς νόημα. Υπάρχουν πολλές «αυθεντικές» προπαγανδιστικές φωτογραφίες. Δεν σκηνοθετούν την πραγματικότητα, αλλά επιλέγουν από αυτήν ότι φαίνεται να επιβεβαιώνει κάποιες σκέψεις ή κάποια σχήματα στον νου του φωτογράφου.

Η πολύ γνωστή φωτογραφία που τράβηξε ο Henri Cartier-Bresson το 1953 στο Μεταξουργείο είναι συμβολική, δηλαδή προπαγανδιστική. Βασίζεται αποκλειστικά σ’ ένα εύρημα ιδεολογικού χαρακτήρα: τον παραλληλισμό ανάμεσα στις γύψινες Καρυάτιδες και τις δυο ηλικιωμένες Ελληνίδες που περνούν από κάτω. Αλλά ποια ιδέα συμβολίζει η φωτογραφία;

Η απάντηση φαίνεται εύκολη κι ευχάριστη. Το παρελθόν δεν πέθανε. Η λιτή αυστηρότητα, η υποβλητική αρχετυπικότητα των μορφών στην κλασική τέχνη της αρχαιότητας επαναλαμβάνεται στη μορφή και την κίνηση των δύο σύγχρονων Ελληνίδων. Η παράδοση συνεχίζεται. Στη σημερινή Ελλάδα μπορείς να δεις την αρχαιότητα να περπατάει ολοζώντανη στους δρόμους.
Είναι, όμως, τόσο απλά τα πράγματα όσο πιστεύουν οι θαυμαστές αυτής της φωτογραφίας (διότι φαίνεται ότι ο θαυμασμός τους είναι συνάρτηση της αισιόδοξης ερμηνείας της); Γιατί άραγε οι δύο περαστικές να ενσαρκώνουν το αρχαίο κάλλος των Καρυατίδων; Οι Καρυάτιδες είναι νέες και λυγερόκορμες- οι δυο γυναίκες της φωτογραφίας είναι γριές και με χοντρό, άμορφο σώμα. Από πού κι ως πού δυο τέτοιες φιγούρες ανταποκρίνονται στο αρχαίο ή και σε οποιοδήποτε άλλο ιδανικό της ομορφιάς;
Αν αφήσουμε να μας οδηγήσει αυτή η ένσταση, ο παραλληλισμός ανάμεσα στις δυο γύψινες και τις δυο ζωντανές μορφές δεν υπογραμμίζει τόσο μια ομοιότητα όσο μια αντίθεση. Το παρόν είναι ένας θλιβερός απόηχος του παρελθόντος. Η ομορφιά κατέληξε στην ασχήμια, όπως τα νιάτα καταλήγουν στα γερατειά. Η σημερινή Ελλάδα είναι το παρακμασμένο πρόσωπο της αρχαίας.

11 H C Bresson Athens Greece 1953

Αυτή η δεύτερη ερμηνεία, αν και πιο μελαγχολική,είναι οπωσδήποτε πιο εύλογη. Αλλά ήθελε τάχα ο Cartier-Bresson να υποβάλει ένα τόσο κοινότοπο σχόλιο; Βέβαια, ένας μεγάλος καλλιτέχνης της φωτογραφίας δεν είναι απαραίτητα και πρωτότυπος στοχαστής. Αισθανόμαστε, ωστόσο, ότι θ’ αδικούσαμε τον διάσημο φωτογράφο, αν θεωρούσαμε την έμπνευσή του τόσο στενή. Και η απήχηση της συγκεκριμένης φωτογραφίας φαίνεται να επιβεβαιώνει αυτή την αίσθησή μας.

Ας προσπαθήσουμε, λοιπόν, να προχωρήσουμε.

Η αντιστοιχία ανάμεσα στα δυο αγάλματα και τις δυο γυναίκες είναι δεδομένη. Είναι το άμεσο θέμα της φωτογραφίας. Αλλά τι την κάνει ενδιαφέρουσα; Μπορεί κανείς να βρει άπειρες αντιστοιχίες ανάμεσα σε άψυχα αντικείμενα και ανθρώπινες μορφές, χωρίς τέτοιες ομοιότητες να είναι τίποτα περισσότερο από καπρίτσια της τύχης, παράδοξες συμπτώσεις που δεν σημαίνουν τίποτα. Εδώ, όμως, είναι φανερό ότι έχουμε να κάνουμε με κάτι περισσότερο.

Εδώ το ένα σκέλος του παραλληλισμού, το μέτρο της σύγκρισης, είναι ένα μεγάλο καλλιτεχνικό πρότυπο, ένα υψηλό αισθητικό ιδεώδες. Και το άλλο σκέλος;

Ας ξανακοιτάξουμε τις δυο γυναίκες, με κάπως διαφορετικό τρόπο αυτή τη φορά.

Ας τις δούμε σε σχέση όχι τόσο με τα δυο αγάλματα όσο με το υπόλοιπο, το “επίγειο” περιβάλλον τους: το παλαιικό κουρείο με τα κατεβασμένα κεπέγκια, τις ξεχαρβαλωμένες πλάκες του πεζοδρομίου, τον τοίχο με τους φαγωμένους σοβάδες, τη φτωχική αυλή που διακρίνεται μέσα από την ανοιχτή πόρτα…..

Τι είναι εκείνο που κυριαρχεί εδώ; Η καθημερινότητα και η φθορά. Οι δυο γυναίκες που διαβαίνουν δεν είναι απλώς δυο γερόντισσες. Είναι μέρος ενός παλιού, φθαρμένου και ανώνυμου κόσμου, ενός κόσμου που βρίσκεται σε τέλεια αντίθεση με την αιώνια νεότητα, ομορφιά και δόξα των δύο Καρυατίδων.
Αρχίζουμε τώρα να υποψιαζόμαστε την αλήθεια. Το πραγματικό θέμα της φωτογραφίας δεν είναι ούτε η διάρκεια ούτε η παρακμή, αλλά η πτώση. Ο κόσμος των δύο σύγχρονων Ελληνίδων είναι το ατελές είδωλο ενός προτύπου, μιας ιδέας. Αντλεί την υπόστασή του μόνον από αυτή την ιδέα και παρουσιάζει ενδιαφέρον μόνο στον βαθμό που την απηχεί. Αν αφαιρέσουμε από τη φωτογραφία τα δυο αγάλματα, αυτό που απομένει παύει να ελκύει το βλέμμα μας, παύει να υπάρχει ως φωτογραφικό θέμα.

Είναι δυσοίωνος ο πλατωνισμός αυτής της φωτογραφίας. Όχι μόνον επειδή μοιάζει να μας λέει ότι η πραγματικότητα είναι μια θαμπή αντανάκλαση της φαντασίας, κι έτσι ακυρώνει την ιδιαιτερότητα της φωτογραφίας (η πραγματικότητα υπερβαίνει τη φαντασία του καλλιτέχνη). Αλλά κι επειδή αναδεικνύει την ουσία της γραφικότητας”, ένα πράγμα είναι ωραίο, συγκινητικό, ενδιαφέρον μόνον όταν θυμίζει κάτι άλλο που αναγνωρίζεται γενικά ως ωραίο, συγκινητικό, ενδιαφέρον. Η γραφικότητα, αναζητώντας επιφανειακές ομοιότητες ανάμεσα στο παρόν και το παρελθόν, προσφέρει στον μέσο άνθρωπο μια παροδική ψευδαίσθηση ασφάλειας και νοήματος σ’ ένα κόσμο που μοιάζει σαν να μην έχει χτες. Υποτάσσει το σύγχρονο στο κλασικό, την καινούργια εικόνα στην παλιά ανάμνηση, με τον ίδιο τρόπο που μερικοί ζωγράφοι «ζωγραφίζουν» τις φωτογραφίες, για να τις πουλούν ευκολότερα.

Ας το πούμε απερίφραστα: η φωτογραφία του Henri Cartier-Bresson από το 1953 είναι το ιδεολογικό μανιφέστο του μαζικού τουρισμού.

Πηγή:

http://aspromavro.net/alx/articles1/photohystory2/104-oi-karyatides-tou-henri-cartier-bresson.html

Σχόλιο της Παρής Σπίνου:

Ο Μπρεσόν στήνει το κάθετο πλάνο του με κέντρο το ετοιμόρροπο σπίτι και ο μαγικός φακός του σταματάει το χρόνο επιτυγχάνοντας την αρμονία της αντίθεσης. Οι δύο κόρες, με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος τους και φθαρμένες τις πτυχές από τους χιτώνες τους, μοιάζουν να προσπαθούν να συγκρατήσουν τη μισογκρεμισμένη οροφή. Από κάτω, μπροστά από το ισόγειο κουρείο του Παν. Κρητικάκου ανυποψίαστες περνούν με συγχρονισμένο βήμα δύο ηλικιωμένες γυναίκες, συμβάλλοντας στην αντιδιαστολή της εικόνας… Η λευκή ομορφιά των «Καρυάτιδων» και οι μαυροφορεμένες γυναίκες. Η νιότη και το γήρας. Η φθορά και η αθανασία. Το χθες και το σήμερα…

Η σχέση του ανθρώπου με τον τόπο του, η γεωμετρία, η αρμονία, η τρυφερότητα, η συγκίνηση και το χιούμορ, όλα τα χαρίσματα του Μπρεσόν που έχουν εξυμνήσει οι ειδικοί, κατατάσσοντάς τον στους κορυφαίους φωτογράφους του 20ού αιώνα, φαίνεται να έχουν αποτυπωθεί σε αυτή την μαυρόασπρη εικόνα.

Δεν ξέρουμε αν ο «μαέστρος της σύνθεσης» γνώριζε την ιστορία του σπιτιού, το οποίο έχουν ζωγραφίσει ο Τσαρούχης καθώς και άλλοι γνωστοί καλλιτέχνες. Σύμφωνα με το θρύλο, οι «Καρυάτιδες» ήταν δύο πολύ όμορφα κορίτσια που κατοικούσαν στην Αγ. Ασωμάτων, όμως πέθαναν νέες γι’ αυτό και ο πατέρας τους αποφάσισε να διατηρήσει άσβεστη την ανάμνησή τους δίνοντας τη μορφή τους στα αγάλματα.

Το σπίτι με τις Καρυάτιδες_ έργο του Γιάννη Τσαρούχη

«Σπίτι µε Καρυάτιδες», Γιάννης Τσαρούχης, 1952, υδατογραφία, Λονδίνο, ιδιωτική συλλογή.

H μαγευτική απόδοση του Γιάννη Τσαρούχη τονίζει την συνύπαρξη του κλασικού με το λαϊκό….

 Ο ιστορικός πίνακας του Τσαρούχη.

Την ίδια εποχή (δεκαετία 1950)  ο Γιάννης Τσαρούχης εμπνέεται από την νεοκλασική αρχιτεκτονική της Αθήνας και επιστρέφει στο σημείο για να ζωγραφίσει το σπίτι με τις Καρυάτιδες της οδού Αγίων Ασωμάτων. Στον πίνακα είναι διάχυτη η έντονη νοσταλγία για την παλιά πόλη, που κατάφερε να ταιριάξει το κλασικό παρελθόν με το λαϊκό στοιχείο, που προσδίδουν οι άνθρωποι και οι ασχολίες τους. Η μάνα με το βρέφος στην αγκαλιά, ο έφηβος με την φανέλα, ο ναύτης, η γιαγιά με την εγγονή και φυσικά το παραδοσιακό κουρείο του Παναγιώτη Κρητικάκου στο ισόγειο του διώροφου κτιρίου, που δεσπόζουν οι δύο «καρυάτιδες».

karyatides_tsarouhis 1971 73

«Σπίτι στην οδό Αγίων Ασωμάτων», μια δεύτερη απεικόνιση του από τον Τσαρούχη το 1971-73.

Έργο δοξαστικό μιας Αθήνας που έσβησε, χάνοντας τη νεοκλασική φυσιογνωμία της, που απλωνόταν από τα Ανάκτορα έως το πιο ασήμαντο μικροαστικό σπιτάκι. Ιδιωτική συλλογή.

karyatides_tsarouhis_ecclisiazouses

Το 1988 (ένα χρόνο πριν το θάνατό του) ο Γιάννης Τσαρούχης επέστρεψε πάνω στο αγαπημένο έργο του και έφτιαξε ένα εντυπωσιακό σκηνικό για τις «Εκκλησιάζουσες του Αριστοφάνη», όπου οι Καρυάτιδες της οδού Ασωμάτων κυριαρχούν.

Ο Γιάννης Τσαρούχης φωτογραφίζεται στην οδό Ασωμάτων

Ο Γιάννης Τσαρούχης φωτογραφίζεται στην οδό Ασωμάτων.

Το ίδιο σπίτι περιγράφεται και στο περίφημο μυθιστόρημα του Κώστα Ταχτσή «Το Τρίτο Στεφάνι», ως το σπίτι της ηρωίδας του, της Εκάβης.

Σήμερα οι «Καρυάτιδες» έχουν συντηρηθεί και πήραν τον χρόνο που χρειάζονταν για να μείνουν όρθιες. Το κτίριο ανακηρύχθηκε διατηρητέο το 1989 και το υπουργείο Πολιτισμού το έσωσε από κατάρρευση. Δέκα χρόνια αργότερα ανακαινίστηκε με την επίβλεψη του αρχιτεκτονικού γραφείου του Στέφανου Πάντου-Κίκκου και φιλοξενεί τον Σύλλογο Ελλήνων Ολυμπιονικών.

Για λόγους αισιοδοξίας, ας διαλέξουμε λοιπόν την ευχάριστη εκδοχή ότι η ζωή συνεχίζεται. Ας πιστέψουμε ότι οι πορσελάνινες Καρυάτιδες αντέχουν μέσα στο χρόνο, όχι μόνο από πείσμα, αλλά επειδή είναι ωραίες, όπως οι ζωές των ανθρώπων γύρω τους.

Ακόμα κι αν είναι μαυροντυμένοι.

Βάζω στοίχημα ότι αν σταθώ με την φωτογραφική μου μηχανή απέναντι από το σπίτι μπορώ να πετύχω δύο ωραίες κοπέλες να περνούν και σε πείσμα των καιρών να χαμογελούν. Αυτό το κλικ μπορεί να μην βραβευτεί, αλλά σίγουρα θα βολέψει το κλείσιμο αυτού του άρθρου.

Χρίστος Βασιλόπουλος – από τη μηχανή του χρόνου.

 

Βρήκα εξαιρετικά ενδιαφέρον το γεγονός ότι δυο διαφορετικοί και τεράστιοι καλλιτέχνες, διαφορετικής εθνικότητας και με διαφορετικό μέσο, αποφάσισαν να απεικονίσουν το ίδιο κτήριο, και στη συνέχεια το κτήριο αυτό έφτασε μέχρι και στο θέατρο, (σημειωτέον ότι οι δύο καλλιτέχνες είχαν γνωριστεί το 1951 στο Παρίσι και είχαν συνδεθεί φιλικά. Με προτροπή ενός φίλου του Μπρεσόν, άλλωστε ο Τσαρούχης μετέφερε και στο Λονδίνο, στη γκαλερί Redfern την έκθεση που πραγματοποιούσε την χρονιά εκείνη στο Παρίσι και η οποία ήταν η πρώτη του στη γαλλική πρωτεύουσα).Σκέφτομαι μήπως το ’52 ο Μπρεσόν είδε το κτήριο στο έργο του Τσαρούχη και αποφάσισε να το φωτογραφίσει την επομένη χρονιά που βρέθηκε στην Ελλάδα?

Κλειώ Λεούση.

 

Περισσότερα στην 4η εργασία για τη θεματική ενότητα: «Ο ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΚΛΑΣΙΚΙΣΜΟΣ

ΥΠΟ ΤΟ ΠΡΙΣΜΑ ΤΟΥ ΛΑΪΚΟΥ ΕΚΛΕΚΤΙΚΙΣΜΟΥ» του φοιτητή Νικολάου Τσαμπούκου:

http://elp-eapologies.pblogs.gr/files/166939-TsampoukosNi04_ELP12.pdf

Περιστέρι 4  Μαΐου 2007.

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s